Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μείξη χρωμάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μείξη χρωμάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Το δωμάτιο της απορροφητικότητας



Το δωμάτιο της απορροφητικότητας
Ο Τοσοδούλης και ο γίγαντας, άνοιξαν αργά και προσεχτικά την πόρτα που η ταμπελίτσα έγραφε «απορροφητικότητα». Ο Τοσοδούλης, έβγαλε το παπούτσι του.
-« Έ! Γιατί βγάζεις το παπούτσι σου, γιέ μου?» απόρησε ο γίγαντας.
- πατέρα, γιατί που λες καλέ μου πατερούλη, φοβάμαι μη κλείσει η πόρτα και μείνουμε για πάντα μέσα σε αυτό το δωμάτιο, θυμάσαι τι είπε η νεράιδα Πολυχρώμη για τις πόρτες? Ότι ανοίγουν από έξω αλλά κλείνουν προς τα μέσα?».
-«θυμάμαι, θυμάμαι γιε μου»,  είπε ο γίγαντας, κι έβγαλε το μεγάλο παπούτσι του, το έβαλε στην άκρη της πόρτας. Έβγαλε και το άλλο του παπούτσι. «για να στερεώνεται καλύτερα η πόρτα», είπε ο γίγαντας.
-« θα βγάλω κι εγώ το άλλο μου παπούτσι,  για να στερεώνεται καλύτερα η πόρτα», πρόσθεσε ο Τοσοδούλης, κι έβγαλε και το άλλο του παπούτσι.
-Ευτυχώς που δε φοράμε κάλτσες, είπε ο γίγαντας.
- ευτυχώς που δε φοράμε κάλτσες, είπε ο Τοσοδούλης .και γέλασαν κι οι δύο, γιατί θυμήθηκαν τα μόρια της άπλυτης κάλτσας στο δωμάτιο των οσμών.
Το δωμάτιο της απορροφητικότητας, ήταν τόσο ακατάστατο…. Παντού πεταμένα αντικείμενα από διάφορα υλικά. Μπρούτζινα πόμολα, χάλκινοι κρίκοι,  διαφόρων λογιών υφάσματα, μάλλινα, βαμβακερά, κομμάτια από δέρμα , μικρά κομμάτια από βαμβάκι, ξύλινες σκάλες, κεραμικά πιάτα, δύο πήλινα δοχεία, ασημένια κηροπήγια, μια κρυστάλινη κανάτα με νερό, σφουγγάρια αληθινά της θάλασσας, σφουγγάρια συνθετικά , μικρά σύρματα, φύλλα από αλουμίνιο, ρόδες από καουτσούκ, πεταμένα καλώδια, λάμπες, λαμπάκια, ένα πινέλο και στο βάθος, κάτι μεγάλα, τεράστια δοχεία, τόσο ψηλά, που ούτε και ο γίγαντας δεν τα έφτανα για να δει τι έχουν μέσα.
-«πω! Πω! «Είπε ο Τοσοδούλης, «εδώ μέσα γίνεται χαμός»!
- «καλά δεν καθαρίζει ποτέ αυτή η μάγισσα?» Πρόσθεσε ο γίγαντας.
-«λοιπόν, ψάχνουμε τώρα, ψάχνουμε τώρα! Μην αργούμε»! Είπε πάλι ο γίγαντας!
« να χωριστούμε σε ομάδες!»,  είπε ο Τοσοδούλης, και να ψάξουμε ομαδικά, για έχουμε καλύτερα αποτελέσματα»!
-«ποιες ομάδες Τοσοδούλη?», απόρησε ο γίγαντας.
«μια ομάδα εσύ και μια ομάδα εγώ πατέρα!», είπε ο Τοσοδούλης.
-«για να κάνουμε μία ομάδα, πρέπει να είμαστε τουλάχιστον δύο σε κάθε ομάδα», είπε ο γίγαντας», «εσύ κι εγώ, είμαστε μία ομάδα, όμως, δεν υπάρχουν άλλοι δύο για να είμαστε δύο ομάδες».
-« σωστά», είπε ο Τοσοδούλης! «τότε να ψάξουμε μαζί, γιατί σαν ομάδα θα δουλέψουμε καλύτερα!», είπε ξανά ο Τοσοδούλης.
- κι έτσι, άρχισαν να ψάχνουν…. Έψαχναν από εδώ, έψαχναν από εκεί, έψαχναν πέρα, έψαχναν πιο πέρα, έψαχναν και παραπέρα. έψαχναν δώθε, έψαχναν κείθε, έψαχναν πάνω, έψαχναν κάτω, έψαχναν ψηλά, έψαχναν χαμηλά, ώσπου….
- «Πατέρα,  πατερούλη! Κοίτα! Βρήκα ένα καθαρό σφουγγάρι μέσα σε όλη αυτή τη βρωμιά», είπε ο Τοσοδούλης!
ο γίγαντας κι  Τοσοδούλης, πετούσαν από τη χαρά τους!
Ψάχνοντας, βρήκαν και πήραν μαζί τους κι ένα καθαρό πινέλο, και μια κανάτα νερό, όμως δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά υγρό χρώμα.
Τότε ο γίγαντας, σκέφτηκε να ψάξουν μέσα σε αυτά τα μεγάλα, τεράστια δοχεία, που ήταν τόσο ψηλά, που ούτε κι ο γίγαντας δεν έφτανε για να δει τι έχουν μέσα.
-          «Τη σκάλα! Κοίτα Τοσοδούλη! Θα ανέβω σε αυτή τη μεγάλη ξύλινη σκάλα και θα δω τι υπάρχουν μέσα σε αυτά τα μεγάλα, τεράστια δοχεία!», είπε με χαρά ο γίγαντας,
-          Έτσι κι έκαναν. Ο γίγαντας, πήρε μια μεγάλη σκάλα κι άρχισε να ανεβαίνει!
-          - «σε κρατάω πατέρα!»,  Όλο φώναζε από κάτω ο μικρός Τοσοδούλης!
-          «Κράτα με γιέ μου, μη πέσω «, έλεγε γελώντας ο τεράστιος γίγαντας!
-          Ο γίγαντας, ανέβαινε, ανέβαινε στη σκάλα, κι ο Τοσοδούλης κρατούσε, κρατούσε τη σκάλα!
Όταν ο γίγαντας έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι της σκάλας, έσκυψε το κεφάλι του μέσα στα μεγάλα, τεράστια δοχεία, να δει τι έχουν μέσα, αφού πρώτα άνοιξε τα μεγάλα, τεράστια καπάκια τους. ! Απίστευτο! Ήταν τρία μεγάλα, τεράστια δοχεία και το καθένα από αυτά είχε μέσα του, κάποιο χρώμα σε υγρή μορφή. Το πρώτο δοχείο, είχε κόκκινο χρώμα, το δεύτερο δοχείο είχε κίτρινο χρώμα, και το τρίτο δοχείο είχε μπλε χρώμα!
-«Τοσοδούλη! τα δοχεία αυτά έχουν τα χρώματα που χρειαζόμαστε τρα λα λα, τρα λα λα!» Είπε τραγουδώνας χαρούμενος ο γίγαντας!
-«γιούπι! Έκανε χοροπηδώντας από χαρά ο Τοσοδούλης.
- Ο γίγαντας, έβαλε το χέρι του μέσα στο κόκκινο δοχείο, πήρε λίγο κόκκινο χρώμα με τα τεράστια χέρια του,… .όμως που να το βάλει? Τα χέρια του ήταν κόκκινα, η μπογιά έρεε ,  Δεν μπορούσε να κρατήσει στα χέρια του το υγρό. Το υγρό, κυλούσε, γλιστρούσε, κι ο γίγαντας, δεν μπορούσε να  πιάσει την υγρή μπογιά.
- τι να κάνω Τοσοδούλη? η υγρή μπογιά τρέχει, πώς να τη πιάσω? ρώτησε ο γίγαντας τον Τοσοδούλη.
- Τότε ο Τοσοδούλης, αμέσως είπε: « ο επιστήμονας, θυμάσαι τι είπε? Είπε πως τα μόρια των υγρών, . Δεν κάθονται στην ίδια θέση, κινούνται σε μικρές αποστάσεις, τους αρέσει να κάνουν τσουλήθρα, πατινάζ, κι όλο γλυστράνε, όλο κυλάνε, κυλάνε, κυλάνε. Για να τα πιάσουμε, πρέπει πάντα να τα έχουμε σε ένα δοχείο, κι αν τα πιάσουμε με το χέρι μας, κυλάνε,  παίζοντας τσουλήθρα».
- μη κυλάτε μόρια της υγρής μπογιάς, μη κυλάτε, φώναζε ο γίγαντας…
Όμως, τα μόρια της υγρής μπογιάς, συνέχιζαν να κυλούν, να γλιστρούν, να κάνουν τσουλήθρα πάνω στα χέρια του γίγαντα, που είχα πασαλειφτεί ολόκληρος με κόκκινη, κίτρινη και μπλε μπογιά.
Τότε ο Τοσοδούλης, πήρε δύο πήλινα δοχεία που βρήκε πεταμένα κάτω, και είπε στον γίγαντα να κατέβει από τη σκάλα και να πάρει τα δύο  δοχεία  να τα γεμίσει με υγρή μπογιά. Έτσι κι έγινε. Ο γίγαντας κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα, πήρε τα δοχεία από τα χέρια του Τοσοδούλη, και να ξανανέβηκε τη σκάλα. Έφτασε ως το τέρμα της σκάλας. Βούτηξε το μικρό πλαστικό δοχείο στο μεγάλο, τεράστιο δοχείο, και το γέμισε με μπλε μπογιά.
Βούτηξε το άλλο μικρό πλαστικό δοχείο στο μεγάλο, τεράστιο δοχείο και έβαλε ως τη μέση κόκκινη μπογιά. Και μετά το γέμισε με κίτρινη μπογιά. Χαρούμενος, κατέβηκε γρήγορα και χοροπηδώντας,  τη μεγάλη σκάλα , κι η μπογιά ανακατευόταν κι ανακατευόταν…., και έφτασε κάτω στον Τοσοδούλη.
-«Τοσοδούλη, έχουμε ότι μας ζήτησε η νεράιδα. Το πινέλο, τη κανάτα με το νερό, το καθαρό σφουγγάρι, το μπλε υγρό χρώμα και το  κόκκινο υγρό χρώμα, και το κίτρινο υγρό χρώμα», είπε ο γίγαντας.
Ο Τοσοδούλης, έριξε μια ματιά στα υλικά. « το πινέλο είναι εδώ, η κανάτα με το νερό είναι εδώ, το καθαρό σφουγγάρι είναι εδώ, το μπλε υγρό χρώμα είναι εδώ, και….
- « Ωπα! Λείπει το κόκκινο χρώμα! Λείπει και το κίτρινο χρώμα!  Αυτό είναι πορτοκαλί και όχι κίτρινο ή κόκκινο», είπε ο Τοσοδούλης.
-«το κίτρινο είναι κάτω, δεν φαίνεται, είπε ο γίγαντας, αλλά το κόκκινο φαίνεται γιατί είναι πάνω πάνω. Για να δω!». Ο γίγαντας, γούρλωσε τα μεγάλα, αθώα μάτια του και κοίταζε το πορτοκαλί χρώμα ξανά και ξανά. Το κοίταξε μια, το κοίταξε δυο, το  κοίταξε τρεις, πράγματι. Το χρώμα  ήταν πορτοκαλί. Ούτε κίτρινο ούτε κόκκινο.  Ο γίγαντας, δεν μπορούσε να το εξηγήσει αυτό. Έριξε απογοητευμένος την πορτοκαλί υγρή μπογιά στο πάτωμα, και ξανανέβηκε τη σκάλα, κρατώντας τα δύο μικρά πλαστικά δοχεία. Γέμισε με  κόκκινη μπογιά, το άδειο δοχείο, και συμπλήρωσε με κίτρινη μπογιά, το μικρό δοχείο που είχε μέσα την μπλε μπογιά. Σίγουρος πια, πως όλα τα έκανε σωστά και κρατά στα δυο του χέρια και στα δύο μικρά δοχεία τα τρία χρώματα που ζήτησε η νεραιδούλα, κατέβηκε χοροπηδητά τη σκάλα τραγουδώντας τρα λα λα τρα λα λα. Όταν όμως έφτασε κάτω και κοίταξαν μαζί με τον Τοσοδούλη τα δυό δοχεία, διαπίστωσαν πως στο ένα δοχείο η μπογιά ήταν κόκκινη ενώ στο άλλο δοχείο, η μπογιά ήταν …πράσινη…. Ο γίγαντας γούρλωσε τα μάτια και θύμωσε τόσο πολύ. «Τίποτα δεν κάνω σωστά», έλεγε. «Όλα λάθος πάντα τα κάνω. Όλα λάθος….».
Κι έκλαιγεκι έκλαιγε.. με λύπη και θυμό για τον εαυτό του.
-« μη κλαις, μη κλαις σε παρακαλώ Πατερούλη, μη κλαις», έλεγε ο Τοσοδούλης. όμως ο γίγαντας ήταν πολύ απογοητευμένος.
Τα δάκρυα του γίγαντα ήταν τόσα πολλά, που έπεφταν στο πάτωμα κι εκεί που έκλαιγε σχηματίστηκε μια μικρή λιμνούλα.
-          Κοίτα, κλαις τόσο πολύ, που τα δάκρυα σου σχημάτισαν μια μικρή λιμνούλα, είπε ο Τοσοδούλης στο γίγαντα. Ο γίγαντας, κοίταξε τη λιμνούλα, και συνέχιζε να κλαίει.
Ο Τοσοδούλης , άφησε το σφουγγάρι του μέσα στη λιμνούλα, και τραγουδούσε μήπως κάνει τον γίγαντα να χαμογελάσει. Ο γίγαντας χαμογέλασε, σκούπισε τα δάκρυα του, και κοίταξε ξανά κάτω να δει την μικρή λιμνούλα δακρύων. Όμως, η λιμνούλα δεν υπήρχε πια, υπήρχε μόνοι ένα βρεγμένο σφουγγάρι. Που πήγαν τα δάκρυα μου? Φώναζε ο γίγαντας. Θέλω τη λιμνούλα με τα δάκρυα μου για να τα πάρω μαζί μου. Είναι η πρώτη φορά που κλαίω και θάλω να δείξω στην αγαπημένη μου γυναίκα την κυρία γιγαντίνα τα δάκρυα μου. Εμείς οι γίγαντες δεν κλαίμε ποτέ, είναι η πρώτη φορά που έκλαψα και θέλω τα δάκρυα μου να τα δείξω στους γίγαντες της γιγαντοχώρας και στα γιγαντοπαιδάκια μου. Όμως, η λιμνούλα είχε εξαφανιστεί. Μόνο ένα βρεγμένο σφουγγάρι υπήρχε εκεί κι ούτε ήξεραν που βρέθηκε το νερό και μουσκεύτηκε το σφουγγάρι. Ο γίγαντας, ανέβηκε ξανά τη σκάλα, γέμισε το ένα δοχείο με κίτρινο χρώμα, και στο άλλο δοχείο, έβαλε λίγο μπλε και λίγο κόκκινο χρώμα. Σίγουρος πως όλα πια τα είχε κάνει σωστά, κατέβηκε χοροπηδώντας τη σκάλα, και λέει με περηφάνια στον Τοσοδούλη. « τώρα τα έκανα όλα σωστά». όμως, ενώ υπήρχε πράγματι το κίτρινο χρώμα στο ένα δοχείο, το άλλο δοχείο  είχε ένα μωβ χρώμα.
Δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν. Αποφάσισαν να πάνε στην νεραιδούλα στο διπλανό δωμάτιο, να της πουν πως δεν τα κατάφεραν να φέρουν τα σωστά χρώματα. Όμως φεύγοντας γλύστρησε από το χέρι του γίγαντα η κανάτα με το νερό, κι άλλη κανάτα, όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν στο δωμάτιο. Ο γίγαντας ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί… ένιωθε ότι σε τίποτα δεν τα καταφέρνει. Δεν υπήρχε άλλη λύση, έπρεπε να πουν όλη την αλήθεια στην νεράιδα, και να την πείσουν να τους ακολουθήσει, αλλιώς θα έμενε για πάντα φυλακισμένη στο δωμάτιο της μάγισσας. Έτσι κι έκαναν.
Φόρεσαν τα παπούτσια τους, και μπήκαν από την ανοιχτή πόρτα ξανά στο δωμάτιο των χρωμάτων. Η μικρή νεράιδα, τους περίμενε με αγωνία. Χάρηκε πολύ που τους είδε. Αργήσατε πολύ εκεί μέσα. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τι κάνατε? Νόμιζα πως φύγατε για πάντα και με εγκαταλείψατε… είπε η μικρή νεράιδα. Ο γίγαντας δεν μιλούσε, ούτε κι ο Τοσοδούλης. – τουλάχιστον μου φέρατε αυτά που σας ζήτησα? Ρώτησε η νεράιδα. Ο γίγαντας έσκυψε το κεφάλι χαμηλά…. Ο Τοσοδούλης είπε: « φέραμε το πινέλο, φέραμε το πινέλο… φέραμε ένα βρεγμένο σφουγγάρι και όχι στεγνό όπως μας ζήτησες αλλά μπερδέψαμε τα χρώματα. Βάζαμε κόκκινο και μπλε και γινόταν μωβ,  βάζαμε κίτρινο με κόκκινο και γινόταν πορτοκαλί, βάζαμε μπλε και κίτρινο και γινόταν πράσινο. Είχαμε μόνο δύο μικρά πλαστικά δοχεία και όχι τρία. Ολόκληρη περιπέτεια. Ο γίγαντας έκλαιγε και χάθηκε η λιμνούλα με τα δάκρυα…και  και… και… ο Τοσοδούλης, είπε τα πάντα στη μάγισσα κι ο γίγαντας, συνέχισε να έχει τη μεγάλη του κεφάλα χαμηλά,  σαν μικρό ντροπιασμένο παιδί.
Η νεράιδα έσκυψε στο αυτί του γίγαντα και του είπε απαλά: «δεν πειράζει! Όλα καλά!» Ο γίγαντας σήκωσε λίγο το κεφάλι του. Η νεράιδα, πήρε το βρεγμένο σφουγγάρι, έστυψε λίγο  πάνω στην παλέτα της, πάνω από το ξεραμένο χρώμα, και ανακάτεψε με το πινέλο της την ξερή μπογιά. Τότε, η μπογιά έγινε υγρή. Ο γίγαντας σήκωσε λίγο ακόμα τη μεγάλη του κεφάλα.
Η νεράιδα πήρε λίγο χρώμα με το πινέλο κι άρχισε να βάφει το σκούφο του Τοσοδούλη. ο γίγαντας σήκωσε κι άλλο ψηλά τη μεγάλη του κεφάλα. Η νεράιδα, πήρε ακόμα λίγο χρώμα με το πινέλο της, κι άρχισε να βάφει το σκούφο του γίγαντα με άσπρο χρώμα. Τώρα ο γίγαντας σήκωσε εντελώς ψηλά τη μεγάλη του κεφάλα.
Η νεράιδα γέλασε. Ο Τοσοδούλης γέλασε, ο γίγαντας γέλασε.
Η νεράιδα, πήρε το βρεγμένο σφουγγάρι, και είπε: «εδώ μέσα είναι τα δάκρυα σου καλέ μου γίγαντα. Στο σφουγγάρι. Το σφουγγάρι απορρόφησε τα δάκρυά σου, δεν έχασες τα δάκρυα σου». Ο γίγαντας χάρηκε πολύ. «Θα μείνουν για πάντα στο σφουγγάρι, είπε ο γίγαντας». «Όχι καλέ μου γίγαντα, όταν στεγνώσει το σφουγγάρι, θα στεγνώσουν και τα δάκρυα σου», είπε η νεράιδα. « κι έτσι πρέπει. Τα δάκρυα να στεγνώνουν κάποτε και να χαμογελάμε». Ο γίγαντας λυπήθηκε που θα έχανε για πάντα τα δάκρυα του. Δεν κλαίνε οι γίγαντες τόσο εύκολα. «σου εύχομαι να κλάψεις από χαρά, είπε η νεράιδα. –«υπάρχουν δάκρυα χαράς? Ρώτησε ο γίγαντας. « μα φυσικά υπάρχουν», απάντησε η νεράιδα.
Τότε έλα μαζί μας να σε ελευθερώσουμε , είπε ο Τοσοδούλης. «  Αποκλείεται!  Είπε η νεράιδα. Περιμένω το μικρό μου περιστέρι. Όταν έρθει θα βάψω τα φτερά του λευκά και κανείς πια δεν θα το κοροϊδεύει», είπε η νεράιδα Πολυχρώμη.
-          Περίμενέ μας Πολυχρώμη, θα γυρίσουμε και θα σε ελευθερώσουμε, είπε ο Τοσοδούλης.
-          Περίμενε μας Πολυχρώμη, θα γυρίσουμε και θα σε ελευθερώσουμε, είπε ο γίγαντας.
-          Θα σας περιμένω, σας εμπιστεύομαι, είπε η Πολυχρώμη.

Πως γεννήθηκε η γη

http://www.env-edu.gr/ViewPack.aspx?id=32 https://youtu.be/qDnimM_XdSM https://www.youtube.com/watch?v=A-j1zXP6um4 https://www.you...