Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλίμα της γης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλίμα της γης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Κλίµατα που κυριαρχούνται από Πολικές και Αρκτικές Αέριες Μάζες

 Κλίµατα Τάιγκας (Dfc) 
Η έννοια Τάιγκα, αναφέρεται στη συνεχή ζώνη κωνοφόρων δέντρων που εκτείνεται στο βόρειο άκρο της Ευρώπης, της Ασίας και της Αµερικής, βόρεια των υγρών ηπειρωτικών κλιµάτων. Η ζώνη αυτή των κωνοφόρων της Ελάτης και των λίγων πλατύφυλλων και τα ΝΑ τµήµατα αυτής χαρακτηρίζονται από ίδιο τύπο κλίµατος που κυριαρχεί στις παραπάνω περιοχές
Το κλίµα της Τάιγκας σχεδόν για όλο το χρόνο ελέγχεται από cP αέριες µάζες. Που δίδουν ψυχρό και ξηρό κλίµα µε µεγάλα ΕΘΕ. Η χειµερινή περίοδος διαρκεί πολλούς µήνες. Οι µέσες µηνιαίες θερµοκρασίες για διαστήµατα 6 - 8 µηνών είναι αρνητικές και σε αρκετούς σταθµούς για τέσσερις συνεχείς µήνες είναι µικρότερες των -18.0 ° C. Υπάρχει αίθριος καιρός εξαιτίας των αντικυκλωνικών συνθηκών και γι’ αυτό κατά τις χειµωνιάτικες ηµέρες και οι µέγιστες θερµοκρασίες είναι αρνητικές. Οι απόλυτες ελάχιστες θερµοκρασίες είναι πολύ χαµηλές και φθάνουν τους -68° C στην ανατολική Σιβηρία όσο και στη Βόρεια Αµερική (-63° C) ή και χαµηλότερα, που αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της τραχύτητας του χειµώνα στα κλίµατα Τάιγκας. Το θέρος είναι βραχύ µε θερµοκρασίες του θερµότερου µήνα να υπερβαίνουν τους 10° C και σε µερικούς τόπους να φθάνουν και τους 20° C, γεγονός που συντελεί στην αύξηση του ΕΘΕ, το οποίο σε πολλούς ηπειρωτικούς σταθµούς υπερβαίνει τους 60° C. Η περίοδος που είναι ελεύθερη από παγετούς περιορίζεται στις 60 - 90 ηµέρες. Μερικές καλλιέργειες που αντέχουν σε χαµηλές θερµοκρασίες προλαβαίνουν να ωριµάσουν τους καρπούς τους στη σύντοµη θερινή περίοδο, εξαιτίας της µεγάλης διάρκειας της ηµέρας και της ηλιοφάνειας στις περιοχές αυτές . Οι βροχοπτώσεις είναι περίπου 500 mm στα ηπειρωτικά µε σαφές µέγιστο το θέρος. Στα παραθαλάσσια αυτές είναι περισσότερες αλλά δεν υπάρχει σαφές µέγιστο. Οι βροχές δεν καλύπτουν τις ανάγκες των φυτών και γι’ αυτό οι κάτοικοι καταφεύγουν στην άρδευση. Τα χιόνα διαρκούν πολλούς µήνες και οµίχλες χιονοσκεπούς εδάφους είναι συχνές.
 Κλίµατα Τούντρας (Dfd, Dwd) Με τον όρο τούντρα χαρακτηρίζεται η άδεντρη πεδινή περιοχή που βρίσκεται προς την πολική πλευρά του ορίου των δασών, δηλαδή βορειότερα της ζώνης της Τάιγκας. Οι βλάστηση αποτελείται από βούρλα, βρύα, λειχήνες και χαµηλούς θάµνους. Το κλίµα που χαρακτηρίζει αυτή τη ζώνη είναι ταυτόσηµο µε την περιοχή αυτή. Τα κλίµατα της Τούντρας διαµορφώνονται από cP και cA αέριες µάζες και καταλαµβάνουν τις αρκτικές ακτές της Β. Αµερικής, της Ευρασίας και όλα τα νησιά της βόρειας αυτής περιοχής, τα παράλια της Γροιλανδίας ( εκτός των βορείων) και τη Βόρειο Ισλανδία
Ένα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο των κλιµάτων αυτών είναι η διαχωριστική γραµµή πάγων και νερού κατά µήκος της οποίας εκδηλώνονται έντονες ατµοσφαιρικές διαταραχές. Παρατηρούνται πολύ µεγάλα ΕΘΕ, ενώ η µέση ετήσια θερµοκρασία είναι αρνητική. Έξι µέχρι 10 µήνες η θερµοκρασία είναι µικρότερη του µηδενός, ενώ οι απόλυτες ελάχιστες κυµαίνονται ανάµεσα στους 50 και 60 ° C. ∆ύο µέχρι έξι µήνες έχουν µέσες θερµοκρασίες µεταξύ 0 και 10 ° C. Τα απόλυτα µέγιστα σπάνια υπερβαίνουν τους 25 ° C , ενώ συνήθως κυµαίνονται µεταξύ 15 και 20 ° C. Οι βροχοπτώσεις; κυµαίνονται από 200 έως 400 mm σε µέση ετήσια τιµή, ενώ στις προσήνεµες θαλάσσιες περιοχές της Αλάσκας και της Γροιλανδίας φθάνει και τα 1200 mm. Είναι ευνόητο ότι αυτές εµφανίζονται κυρίως µε τη µορφή χιονιού, το οποίο παρασύρεται από τους ισχυρούς ανέµους. Οι υφέσεις έχουν µεγάλη συχνότητα την Άνοιξη, γιατί τότε εντείνεται η µεσηµβρινή κυκλοφορία και το Φθινόπωρο όπου οι θερµοκρασιακές αντιθέσεις ξηράς - θάλασσας είναι πολύ µεγάλες. Γι’ αυτό και πολλοί σταθµοί, κυρίως οι ξηροί, παρουσιάζουν τα µέγιστα τους τέλος καλοκαιριού αρχές φθινοπώρου.
Πολικά κλίµατα
Ο τύπος αυτός επικρατεί στον Αρκτικό ωκεανό, τη Γροιλανδία και την Ανταρκτική. Το κύριο χαρακτηριστικό του κλίµατος αυτού είναι ότι όλοι οι µήνες έχουν µέσες θερµοκρασίες µικρότερες του µηδενός και ότι απουσιάζει η βλάστηση τελείως, ενώ επικρατεί µόνιµη παγοκάλυψη. 152 Οι πολύ χαµηλές θερµοκρασίες που επικρατούν επάνω από τις παγωµένες εκτάσεις των πόλων ψύχουν έντονα τον υπερκείµενο αέρα και δηµιουργούν κέντρα υψηλών πιέσεων. Τα συστήµατα αυτά δεν είναι όµως πολύ ισχυρά και οι υφέσεις µπορούν να εισβάλλουν στην περιοχή και στην επιφάνεια και καθ’ ύψος. Ακόµη και όταν, κατά το χειµώνα, οι ζώνες των υψηλών πιέσεων φαίνεται να σχηµατίζουν καταστάσεις εµποδισµού της ροής επάνω από τη Βόρεια Γροιλανδία, τον Αρκτικό Ωκεανό και την Κεντρική και Ανατολική Σιβηρία, όλη αυτή η περιοχή κυριαρχείται καθ’ ύψος από µια κυκλωνική δυτική ατµοσφαιρική κυκλοφορία γιατί οι αντικυκλώνες που υπάρχουν είναι πολύ ρηχοί εξαιτίας της θερµικής τους προέλευσης. Στις περιοχές αυτές δηµιουργούνται οι Αρκτικές αέριες µάζες  οι οποίες ευθύνονται για την υφεσιακή δραστηριότητα στα όρια των πάγων και της θάλασσας, ενώ η δράση τους επεκτείνεται και σε πολύ χαµηλότερα γεωγραφικά πλάτη κατά τη διάρκεια του χειµώνα. Εξάλλου είναι γνωστό ότι οι πάγοι είναι ένας σηµαντικός παράγοντας για τη διαµόρφωση των κλιµάτων στη Γη.
Οι χαµηλότερες θερµοκρασίες στη Γη σηµειώνονται σε περιοχές που κυριαρχούνται από πολικά κλίµατα. Στο βόρειο ηµισφαίριο, όπου η πολική περιοχή είναι ο αρκτικός ωκεανός είναι λογικό να µη σηµειώνονται εκεί οι χαµηλότερες θερµοκρασίες, αλλά λίγο νοτιότερα στις εκτεταµένες παγωµένες ξηρές. Η χαµηλότερη θερµοκρασία για το βόρειο ηµισφαίριο έχει καταγραφεί στη Γροιλανδία και είναι ίση µε -70° C, αλλά και τα απόλυτα ελάχιστα που καταγράφονται στην ανατολική Σιβηρία ελάχιστα διαφέρουν από τις τιµές αυτές. Οι εκτεταµένες περιοχές της ΒΑ Σιβηρίας, η Αλάσκα και το αρχιπέλαγος του Καναδά αποτελούν τις ψυχρότερες περιοχές του Βορείου Ηµισφαιρίου. Εκεί οι µέσες θερµοκρασίες του ψυχρότερου µήνα (συνήθως Φεβρουάριου) είναι µικρότερη των -33° C.
Οι θερµοκρασίες στο νότιο ηµισφαίριο είναι πολύ χαµηλότερες. Οι µέσες θερµοκρασίες του ψυχρότερου µήνα, τον Ιούλιο, στη δυτική Ανταρκτική κυµαίνονται από -30 έως -45° C, ενώ στην ανατολική, που είναι πιο ψυχρή αυτές κυµαίνονται ανάµεσα στους -40 έως και -72° C.
Οι χαµηλότερες θερµοκρασίες του πλανήτη έχουν µετρηθεί στην Ανταρκτική και η απόλυτα Μικρότερη τιµή είναι αυτή των -94° C, που σηµειώθηκε το 1965 στο σταθµό της Νορβηγικής αποστολής. ΝΑ άλλο ρεκόρ ψύχους που έχει καταγραφεί στο σταθµό της Αµερικάνικης αποστολής είναι ότι για περισσότερες από 150 συνεχείς ηµέρες η θερµοκρασία ήταν µικρότερη των -40° C. Κατά τη διάρκεια της πολικής νύχτας η υφεσιακή δράση και στους δύο πόλους γίνεται εντονότερη εξαιτίας της µεγάλης διαφοράς θερµοκρασίας που αναπτύσσεται 153 ανάµεσα στο νερό και τον πάγο. Οι υφέσεις αυτές µεταφέρουν θερµές σχετικά αέριες µάζες προς τις πολικές περιοχές και εµποδίζουν τη µεγάλη πτώση της θερµοκρασίας.
Περί τα τέλη της πολικής νύχτας, η υφεσιακή δραστηριότητα γίνεται ασθενέστερη, ο µηχανισµός σταθεροποίησης της θερµοκρασίας δεν λειτουργεί και η γραµµή των πάγων έχει επεκταθεί περισσότερο σε χαµηλότερα πλάτη. Οι δύσκολες καιρικές συνθήκες και οι πολύ ισχυροί άνεµοι δεν επιτρέπουν τη συστηµατική µέτρηση των χιονοπτώσεων στις πολικές περιοχές. Αυτές συνήθως εκτιµώνται έµµεσα από το πάχος του χιονοστρώµατος. Το πάχος του χιονοστρώµατος σε µέση ετήσια βάση προσδιορίζεται στα 50 έως 500 mm καθώς µεταβαίνουµε από το κέντρο της Ανταρκτικής προς την ακτή. Η έντονη θερµική ακτινοβολία δηµιουργεί ένα λεπτό αλλά πολύ πυκνό στρώµα παγωµένου αέρα που προκαλεί κατεβατούς ανέµους ή ανέµους βαρύτητας µε µεγάλες ταχύτητες, που παρασύρουν το παγωµένο χιόνι και σχηµατίζουν θίνες χιονιού. Οι άνεµοι αυτοί είναι πολύ ισχυροί στα κράσπεδα των πολικών περιοχών. Η µεγαλύτερη ταχύτητα ανέµου που έχει καταγραφεί στην επιφάνεια της Γης ίση µε 320 Km/h, µετρήθηκε στο ακρωτήριο Denison της Ανταρκτικής. 

Κλίµατα που κυριαρχούνται από Τροπικές και Πολικές Αέριες Μάζες

Κλίµατα ξηρού θέρους, υποτροπικά ή Μεσογειακά (Cs).
Είναι µεταβατικά κλίµατα που γεωγραφικά τοποθετηµένα ανάµεσα στην τροπική και την εύκρατη ζώνη. Η γεωγραφική τους κατανοµή περιορίζεται σε ορισµένα µικρά τµήµατα των ηπείρων, όπως είναι η λεκάνη της Μεσογείου, από όπου έχουν πάρει και το όνοµα τους (Μεσογειακά), η κεντρική Καλιφόρνια και κεντρική Χιλή, το Νότιο άκρο της Αφρικής, η Ν∆ Αυστραλία και τµήµα της Ν. Αυστραλίας
Τα χαρακτηριστικά του Μεσογειακού κλίµατος είναι το ξηρό και θερµό θέρος και τους ήπιους και βροχερούς χειµώνες, ενώ κάποιοι από αυτούς είναι αρκετά δριµείς.
Το θερινό ξηρό κλίµα οφείλεται στην µετατόπιση προς τα βόρεια της υποτροπικής αντικυκλωνικής ράχης, που καλύπτει τη Μεσόγειο καθύψος. Οι αέριες µάζες που ελέγχουν την περιοχή κατά το θέρος είναι Πολικές και Τροπικές και εναλλάσσονται διαδοχικά προκαλώντας µεταβολές στον καιρό. Η ανατολική Μεσόγειος κυριαρχείται από το χαµηλό του Πακιστάν, το οποίο εκτείνεται την περίοδο αυτή προς τα δυτικά. Η παρουσία αυτού συντελεί στην εµφάνιση των ετησίων ανέµων (µελτέµια) οι οποίοι και ελέγχουν το κλίµα του Αιγαίου κατά το θέρος. Το χειµώνα µε τη µετατόπιση της ατµοσφαιρικής κυκλοφορίας προς νότον, η περιοχή ελέγχεται από το πολικό µέτωπο. Υπάρχει έντονη υφεσιακή δράση και κυριαρχούν οι Πολικές αέριες µάζες. Στη Μεσόγειο η ατµοσφαιρική κυκλοφορία κατά το χειµώνα αλλάζει µεταξύ της ζωνικής (συνήθως καλοκαιρία) και της µεσηµβρινής, που συνήθως προκαλεί βροχοπτώσεις.
 Η Άνοιξη είναι ασταθής και αποτελεί στην ουσία µια µεταβατική περιοχή, όπου εµφανίζεται σειρά ηµερών µε χειµερινά χαρακτηριστικά για να ακολουθήσουν ηµέρες µε θερινά χαρακτηριστικά κ.ο.κ. Το Φθινόπωρο έχει συνήθως µικρή χρονική διάρκεια µε απότοµη µετάβαση προς το Χειµώνα. Τα παράλια παρουσιάζουν µεγαλύτερες χειµερινές θερµοκρασίες και µικρότερες θερινές. Τα θερινά θερµοκρασιακά µέγιστα στην ενδοχώρα µπορεί να φτάσουν και τους 45° C, ενώ τα χειµερινά ελάχιστα να κατέλθουν µέχρι και τους -30 ° C, θυµίζοντας ηπειρωτικά κλίµατα.
¨Ένα κύριο χαρακτηριστικό των µεσογειακών κλιµάτων είναι ο παγετός , που οφείλεται συνήθως στη νυχτερινή ακτινοβολία και προκαλεί καταστροφές στις ευπαθείς καλλιέργειες, όπως είναι τα εσπεριδοειδή. Μεγαλύτερες καταστροφές στις καλλιέργειες προκαλούνται από την εισβολή πολύ ψυχρών αερίων µαζών που προέρχονται από την πολική περιοχή. Οι βροχοπτώσεις στα Μεσογειακά κλίµατα παρουσιάζουν µεγάλες διακυµάνσεις. Γενικά το ετήσιο βροχοµετρικό ύψος κυµαίνεται από 350 - 1000 mm. Υπάρχουν όµως περιοχές που δέχονται πολύ µικρότερα ποσά βροχής, όπως συµβαίνει στη Moulοya του Μαρόκου όπου το ετήσιο ύψος είναι 200 mm, αλλά και περιοχές που δέχονται πολύ µεγάλα ποσά, όπως συµβαίνει στο Kotor της Κροατίας, όπου έχουµε 5000 mm.
Η βροχόπτωση στη Μεσόγειο ελαττώνεται από τα βόρεια προς τα νότια., ενώ οι προσήνεµες πλευρές δέχονται πολύ µεγαλύτερα ποσά βροχής.
 Στην Ελλάδα η οποία χαρακτηρίζεται για την κυριαρχία του Μεσογειακού τύπου κλίµατος, η βροχή στις ορεινές περιοχές υπερβαίνει τα 2000 mm ( αν και δεν υπάρχουν λεπτοµερή στοιχεία) ενώ στις Κυκλάδες φθάνει µόνο τα 350 mm. Στα νοτιότερα τα η ξηρή περίοδος διαρκεί πολύ περισσότερο, ενώ βορειότερα αυτή διακόπτεται από βροχές καταιγίδων οι οποίες οφείλονται στην ατµοσφαιρική αστάθεια που επικρατεί. Οι χειµερινές βροχές σχετίζονται µε τη δράση του πολικού µετώπου και τις κινήσεις των υφέσεων που κινούνται σε διάφορες τροχιές και δίνουν σηµαντικά ή µικρότερα ποσά βροχής ανάλογα µε την τροχιά της ύφεσης.
Επειδή η συµπεριφορά της Μεσογείου δεν είναι κλιµατικά οµοιόµορφη το Μεσογειακό κλίµα χωρίζεται κατά De Martone σε 4 υποτύπους:
(1) Ωκεάνιο ή Πορτογαλικό. Χαρακτηρίζεται από ήπιους χειµώνες, δροσερά καλοκαίρια και µικρό θερµοµετρικό εύρος. Η θερινή ξηρασία γίνεται εντονότερη από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Τα µέγιστα της βροχής σηµειώνονται στο τέλος του Φθινοπώρου ή αρχές Χειµώνα. Εµφανίζεται στην Πορτογαλία, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και στα νησιά του κεντρικού ανατολικού Ατλαντικού. Παραπλήσιο κλίµα έχουν ορισµένες ακτές της Ισπανίας, της δυτικής Ιταλίας και του Ιονίου πελάγους.
(2) Ελληνικό ή ηπειρωτικό. Έχει µεγαλύτερα ΗΘΕ και ΕΘΕ, καθώς και µεγαλύτερη θερινή ξηρασία από τον προηγούµενο τύπο. Το µέγιστο της βροχόπτωσης σηµειώνεται κυρίως το δίµηνο ∆εκεµβρίου- Ιανουαρίου. Ελέγχει το εσωτερικό της ελληνικής χερσονήσου, τις ανατολικές ακτές της Ελλάδας και τις δυτικές ακτές της Μ. Ασίας.
(3) Συριακό. Είναι ένας µεταβατικός τύπος ανάµεσα στο Ελληνικό και το Ερηµικό. Έχει παρατεταµένη θερινή ξηρασία, µικρή σχετικά χειµερινή βροχόπτωση και µεγάλα ΗΘΕ και ΕΘΕ. Εµφανίζεται στη Συρία, το Λίβανο, την Αλγερία και το εσωτερικό της Μ. Ασίας.
 (4) Ετησίων ανέµων. Οι ετησίες άνεµοι, δηλαδή τα µελτέµια, που πνέουν στο Αιγαίο κατά το θέρος, διαµορφώνουν αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Μεσογειακού κλίµατος κατά µήκος του Αιγαίου. Ο τύπος αυτός χαρακτηρίζεται από ήπιους χειµώνες, σχεδόν δροσερά καλοκαίρια, µέτριες ή χαµηλές βροχοπτώσεις, µεγάλη διάρκεια [πραγµατικής θερινής ξηρασίας και ισχυρούς ανέµους βορείου τοµέα σε µεγάλη συχνότητα.
 Θαλάσσια Επικρατούν στις δυτικές κυρίως ακτές των ηπείρων και σε ορισµένα νησιά των µέσων και µεγαλύτερων σχετικά πλατών, όπως είναι οι δυτικές ακτές της Β. Αµερικής στα πλάτη 40 -60 °, οι ακτές της ∆. Ευρώπης , από τον 42 µέχρι τον 65 παράλληλο κύκλο, µεγάλο τµήµα των ακτών της Χιλής, η ΝΑ Αυστραλία και η Ν. Ζηλανδία.
 Σε όλες τις περιοχές αυτές εκτός της Ευρώπης, οι τύποι αυτοί περιορίζονται σε στενές παράλιες ζώνες κατά µήκος των ακτών.
Οι αέριες µάζες; που επισκέπτονται τις περιοχές αυτές έχουν θαλάσσια προέλευση, πολική ή τροπική. ∆ηλαδή είναι υγρές, συχνά ασταθείς , ήπιες κατά το χειµώνα και δροσερές το θέρος, µε αποτέλεσµα µικρό ΕΘΕ, που αποτελεί και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του τύπου αυτού. Η υφεσιακή δράση είναι έντονη κατά το χειµώνα, ενώ οι ψυχρές εισβολές είναι σύντοµες και όχι ουσιαστικές. Έτσι τα κύµατα ψύχους έχουν µικρή διάρκεια και είναι ασθενή. Έτσι, στο Bergen της Νορβηγίας, η χαµηλότερη θερµοκρασία είναι -16 ° C, ενώ πολύ νοτιότερα στον κάµπο της Θεσσαλονίκης είναι -25 ° C.
Οι άνεµοι είναι ισχυροί και συχνοί ιδιαίτερα κατά το Χειµώνα και διαρκούν πολλές συνεχείς ηµέρες, προκαλώντας δυσάρεστα συναισθήµατα στους κατοίκους των περιοχών αυτών. Οι µέσες θερµοκρασίες του θερµότερου µήνα κυµαίνονται µεταξύ 15 και 20 ° C, αλλά, µε την εισβολή θερµών ηπειρωτικών µαζών, τα απόλυτα µέγιστα µπορεί να φθάσουν και τους 38° C. Ο ψυχρότερος µήνας (Φεβρουάριος) παρουσιάζει µέσες 148 θερµοκρασίες µεγαλύτερες των 0 ° C, ενώ ελάχιστες αρνητικές θερµοκρασίες δεν είναι συχνές. Τα ΗΘΕ είναι µικρά και η ετήσια θερµοκρασία είναι µικρότερη των 13 ° C.
Η βροχόπτωση στα µικρότερα γεωγραφικά πλάτη έχει το χαρακτήρα των µεσογειακών βροχοπτώσεων, δηλαδή είναι σχετικά χαµηλή µε θερινή ξηρασία. Με την αύξηση όµως του πλάτους η βροχή αυξάνεται και το θερινό ελάχιστο εξαφανίζεται. Αυτή παρουσιάζει απλή ετήσια κύµανση κυµαίνεται από 500 µέχρι 4500 mm κατά µέσο όρο ετησίως. Τα κλίµατα αυτά χαρακτηρίζονται από το µεγάλο αριθµό βροχερών ηµερών ετησίως, αλλά και από µεγάλες ακολουθίες ηµερών βροχής. Ο ουρανός είναι συχνά νεφοσκεπής µε ασθενείς βροχές και η υγρασία είναι υψηλή. Το χιόνι δεν παραµένει πολύ στο έδαφος, ενώ η δράση των καταιγίδων είναι περιορισµένη. Η ηλιοφάνεια κατά το χειµώνα είναι σπάνια.
Οι συχνές οµίχλες µεταφοράς αποτελούν ένα ακόµη χαρακτηριστικό των κλιµάτων αυτών , δεν είναι σηµαντικά πυκνές, αλλά µπορεί να επιµένουν για πολλές ηµέρες προκαλώντας δυσµενείς συνθήκες για τους κατοίκους ιδιαίτερα των βιοµηχανικών πόλεων.
Ο τύπος αυτός βρίσκει την απόλυτη έκφραση του στις ακτές της δυτικής Ευρώπης, όπου η θαλάσσια επίδραση είναι πολύ ουσιαστική όχι µόνο στα παράλια αλλά και βαθιά στην πεδινή ενδοχώρα όπου θαλάσσιες θερµές µάζες µεταφέρουν τα α χαρακτηριστικά του Ατλαντικού που αποκτά από το θερµό θαλάσσιο ρεύµα του Κόλπου. V.3.7. Υγρά ηπειρωτικά κλίµατα Χαρακτηρίζονται από µεγάλα ετήσια θερµοµετρικά εύρη και από διακριτό θερινό µέγιστο βροχοπτώσεων. Επικρατούν στις κεντρικές περιοχές των µεγάλων ηπείρων του Β. Ηµισφαιρίου µεταξύ των πλατών 35 και 60 ° .
Οι βροχές παρουσιάζουν θερινό µέγιστο, που οφείλεται σε βροχές αστάθειας λόγω της υπερθέρµανσης των υγρών αερίων µαζών από το θερµό έδαφος και την ύπαρξη ψυχρού αέρα ψηλότερα.
Ανάλογα µε το γεωγραφικό πλάτος που παρατηρούνται αυτά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες.
Η πρώτη κατηγορία που καταλαµβάνει τις βορειότερες περιοχές έχει µεγάλα ΕΘΕ, ψυχρούς χειµώνες, δροσερά καλοκαίρια, µικρά σχετικά µέσα ετήσια βροχοµετρικά ύψη και περίοδο ελεύθερη από παγετούς µικρότερη των 150 ηµερών.
Η δεύτερη κατηγορία έχει θερµό θέρος και µεγαλύτερη περίοδο ανάπτυξης των φυτών.
 (1) Ηπειρωτικά υγρά κλίµατα µε δροσερό θέρος. (Dfb). Εµφανίζεται  σε περιοχές της Β. Αµερικής, από την Αλµπέρτα µέχρι τον Ατλαντικό, στην Ευρώπη περιλαµβάνει τη Ν. Σκανδιναβία, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία και σαν σφήνα προχωρεί στην Ασία, στη Σιβηρία. Ο καιρός ελέγχεται από πολικές αέριες µάζες, κυρίως ηπειρωτικές, ενώ το θέρος εισβάλουν και θαλάσσιες, ενώ πολύ σπάνια να εµφανιστούν θαλάσσιες τροπικές. Ο χειµώνας είναι πολύ ψυχρός και το καλοκαίρι δροσερό. Η Μόσχα, που ανήκει στον τύπο αυτό, έχει µέση θερµοκρασία τον Ιανουάριο ίση µε -9.9 ° C και τον Ιούλιο 19.0° C. Τα ετήσια θερµοµετρικά εύρη είναι πολύ µεγάλα ενώ οι απόλυτα ελάχιστες θερµοκρασίες είναι της τάξεως των -50 ° C. Η µέση ετήσια βροχόπτωση είναι χαµηλή και κυµαίνεται από 370 - 630 mm. Οι συχνές χειµερινές χιονοπτώσεις και η µεγάλη διάρκεια της χιονοκάλυψης διατηρούν πολύ χαµηλές θερµοκρασίες στις cP αέριες µάζες που κινούνται νοτιότερα.
(2) Ηπειρωτικά υγρά κλίµατα µε θερµό θέρος (Dfa). Αυτά επικρατούν στις αµέσως νοτιότερες περιοχές αλλά παρουσιάζουν πολύ µικρότερη κατά πλάτος έκταση. Στις ΗΠΑ εφάπτονται προς δυσµάς µε τα στεπικά κλίµατα και προς ανατολάς φθάνουν µέχρι τον Ατλαντικό. Στην Ευρώπη καλύπτουν την κοιλάδα του ∆ούναβη, µέρη της Ουγγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουµανίας και της Βουλγαρίας (Σχήµα VΙ.3). Στην Ασία εµφανίζονται στη Μαντζουρία, τη ΒΑ Κίνα και την Κορέα. Το κλίµα κατά το χειµώνα διαµορφώνεται από ψυχρές cP µάζες και από εισβολές mP, σχετικά θερµών µαζών. Το θέρος επικρατούν mP, mT και cT αέριες µάζες οι οποίες αυξάνουν τη θερµοκρασία και τη βροχόπτωση. Έτσι ο χειµώνας είναι σχετικά ψυχρός και το καλοκαίρι θερµό και υγρό. Το ΗΘΕ το καλοκαίρι είναι µικρό και συχνά οι νύχτες είναι αρκετά θερµές. Στο Zagreb της Κροατίας π.χ. ο θερµότερος µήνας έχει θερµοκρασία 22.0 ° C και ο ψυχρότερος 0.2 ° C. Η µέση ετήσια βροχόπτωση κυµαίνεται από 500- 1250 mm. ∆εν υπάρχει διακριτή ξηρή περίοδος, ενώ το µέγιστο των βροχών σηµειώνεται αργά την Άνοιξη ή νωρίς το Θέρος. Είναι πολύ συχνές οι καταιγίδες κατά το καλοκαίρι και αυτές συνοδεύονται συνήθως από χαλάζι. Οι χειµερινές βροχές είναι υφεσιακές και η οµίχλη, η µικρή ηλιοφάνεια και το χιονόνερο αποτελούν γνωρίσµατα των κλιµάτων αυτών.

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΛΙΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΓΗΣ

Η κατάταξη των κλιµάτων της Γης είναι πολύπλοκο και αρκετά δύσκολο θέµα. Οι προσπάθειες για τη λεπτοµερή περιγραφή και τη γεωγραφική κατανοµή των κλιµάτων δεν έχουν σταµατήσει γιατί µέσα από αυτές εξυπηρετούνται επιστηµονικοί και πρακτικοί στόχοι και σκοποί. Πλανητικές κλιµατικές κατατάξεις για γενικές εφαρµογές υπάρχουν σήµερα αρκετές, αλλά δεν υπάρχει µέχρι σήµερα µια ικανοποιητική µεγάλη κλιµατική κατάταξη που να αφορά όλο τον πλανήτη. Θα µπορούσε βέβαια µε τη βοήθεια των υπολογιστών να υπάρξει µια τέτοια κατάταξη, αλλά αυτή θα ήταν πολύπλοκη, πολυσύνθετη και δυσνόητη γιατί θα περιέπλεκε στους υπολογισµούς της πάρα πολλές κλιµατικές παραµέτρους.
 Μια τέτοια κατάταξη, όπως γίνεται αντιληπτό δεν θα µπορούσε να έχει πρακτική εφαρµογή και θα ήταν αρκετά δυσνόητη. Εποµένως, επειδή όπως φαίνεται οι κλιµατικές κατατάξεις δεν µπορούν να χαρακτηριστούν από µια απόλυτη αντικειµενικότητα, αφού ο κάθε ερευνητής δίνει διαφορετική βαρύτητα στα διάφορα κλιµατικά στοιχεία, ή χρησιµοποιεί επιλεκτικά µόνο ορισµένα από αυτά, είναι απαραίτητο να αναπτύσσονται περισσότερες κλιµατικές κατατάξεις, οι οποίες να ικανοποιούν τις επιδιώξεις και τους στόχους κάθε ερευνητού ή κάθε ερευνητικής οµάδας. Επειδή το κλίµα εκφράζει το αθροιστικό αποτέλεσµα όλων των στοιχείων και των µεταβολών τους , για προσδιοριστεί όσο γίνεται αντικειµενικότερα, θα πρέπει η σύνθεση των στοιχείων να θεωρείται σαν ένα σύστηµα που βρίσκεται σε ισορροπία σε µια µεγάλη γεωγραφική περιοχή µέσα σε µια δεδοµένη κλίµακα χρόνου.
 Από µελέτες έχει προσδιοριστεί ότι η κλίµακα χρόνου θα πρέπει να αντιπροσωπεύει µια µεγάλη χρονική περίοδο της τάξεως των 30 ετών, είτε αυτή αφορά τις µηνιαίες, είτε τις εποχικές ή τέλος τις ετήσιες τιµές. Για µερικά στοιχεία τα οποία τα οποία είναι συνεχή µέσα στο χρόνο όπως είναι η θερµοκρασία ή η υγρασία οι περίοδος αυτή µπορεί να είναι µικρότερη και να ικανοποιούν ακόµη και τα 10 έτη συνεχούς καταγραφής.
 Για µη συνεχή στοιχεία, όπως είναι η βροχή η περίοδος πρέπει να είναι αρκετά µεγάλη, εξαρτώµενη και από το ανάγλυφο της περιοχής. Μια κλιµατική ταξινόµηση είναι µια προσπάθεια να υποδιαιρεθεί µια προκαθορισµένη περιοχή σε ζώνες (µικρότερες περιοχές) µε µια κατά το δυνατό οµοιογενή σειρά κλιµατικών συνθηκών. ∆ηλαδή µια ζώνη είναι µια περιοχή στην οποία κυριαρχεί ένας κλιµατικός τύπος και τα κύρια κλιµατικά στοιχεία είναι σχεδόν τα ίδια. Όσο µεγαλύτερη οµοιοµορφία των στοιχείων παρατηρείται σε µια ζώνη τόσο πιο επιτυχής είναι η ταξινόµηση. Τα όρια µεταξύ των διάφορων κλιµατικών ζωνών δεν πρέπει να θεωρούνται σαν διακριτές οριακές γραµµές, αλλά µάλλον σαν µεταβατικές ζώνες στις οποίες το κλίµα µεταβάλλεται βαθµιαία από τον ένα τύπο στον άλλο. Επειδή τα όρια µεταξύ των κλιµατικών ζωνών δεν είναι σαφή, θα πρέπει να λαµβάνεται υπόψη η στατιστική µεταβλητότητα των µετεωρολογικών παραµέτρων σε σχέση µε το χρόνο.
Τυχαία γεγονότα µπορούν να µετατοπίσουν τα κλιµατικά όρια από τη µια χρονιά στην άλλη, γεγονός που µπορεί να έχει σηµαντικές επιπτώσεις στην εξάπλωση ορισµένων φυτών ή καλλιεργειών. Για να γίνει µια ταξινόµηση των κλιµάτων πρέπει ο ερευνητής ή η ερευνητική οµάδα να έχουν πλήρη και σαφή γνώση των αστρονοµικών παραγόντων, που ελέγχουν τον καιρό σε µια περιοχή, της γενικής ατµοσφαιρικής κυκλοφορίας και τη µορφή αυτής επάνω από την περιοχή µελέτης, να λαµβάνουν υπόψη τους γεωγραφικούς παράγοντες, το ισοζύγιο της ακτινοβολίας και του ύδατος, καθώς και τους συνοπτικούς τύπους που ελέγχουν την περιοχή. Επίσης θα πρέπει να παρατηρούν και τα αποτελέσµατα όλων αυτών των παραγόντων στα οικολογικά συστήµατα.
Μέσα από τις γνώσεις αυτές µπορεί να επιτευχθεί µια χρήσιµη κλιµατική ταξινόµηση ακολουθώντας µια από τις διάφορες τεχνικές και µεθόδους,. οι οποίες σε γενικές γραµµές είναι οι ακόλουθες:
 (1) Μέσα από σύγχρονες στατιστικές τεχνικές της πολυδιάστατης ανάλυσης να µελετηθεί η στατιστική σχέση που συνδέει τις διάφορες κλιµατικές παραµέτρους, που υπάρχουν στη διάθεση του ερευνητή και προσδιοριστούν οι οµοειδείς κλιµατικές οµάδες. Τέτοιες τεχνικές σε µεγάλη χρήση είναι η ανάλυση σε κύριες συνιστώσες (Principal Component Analysis) και η συνδεδεµένη τεχνική της ανάλυσης σε σµήνη (Cluster Analysis). Με τη βοήθεια αυτών µελετούνται τα καθηµερινά συνοπτικά συστήµατα και οι µετρήσεις στην ελεύθερη ατµόσφαιρα και οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες στην επιφάνεια για να προσδιοριστούν τελικά οι συνοπτικοί τύποι καιρού. Οι µεταβολές στις συχνότητες των τύπων αυτών καθορίζουν σε µια µεγάλη χρονική περίοδο τις κρατούσες κλιµατικές συνθήκες, οι οποίες και τελικά µπορούν να ταξινοµηθούν σε ένα κλιµατικό σύστηµα.
(2) Οι µελέτες στα ισοζύγια της ενέργειας και του ύδατος για µια µεγάλη χρονική περίοδο, σε µια περιοχή µπορούν να χρησιµοποιηθούν για να προσδιοριστούν κλιµατικές παράµετροι που θα επιτρέψουν την ταξινόµηση του κλίµατος.
 (3) Η χρησιµοποίηση, µόνο ορισµένων βασικών κλιµατικών παραµέτρων και ο συνδυασµός αυτών, καθώς και κάποιες παραδοχές και προϋποθέσεις που θέτει ο  ερευνητής µπορεί να οδηγήσουν στην δηµιουργία µιας εµπειρικής ταξινόµησης. Οι ταξινοµήσεις αυτού του είδους είναι και οι πλέον προσφιλείς στο χώρο της Κλιµατολογίας. Όπως φαίνεται από τα παραπάνω η κλιµατική κατάταξη δεν µπορεί να γίνει µε έναν οµοιόµορφο τρόπο για όλες τις περιοχές της Γης και παράλληλα αυτή να είναι και λεπτοµερής και αναλυτική. Για πρακτικούς σκοπούς που στοχεύουν στη µελέτη του κλίµατος σε ορισµένη µόνο περιοχή, θα πρέπει κατά πρώτον να προσδιοριστεί ο σκοπός αυτής και στη συνέχεια να αναζητηθούν τα διαθέσιµα κλιµατικά στοιχεία.
 Κατόπιν να αναζητηθεί η κατάλληλη µεθοδολογία η οποία και θα εφαρµοστεί στην περιοχή, της οποίας η γεωγραφία θα πρέπει να ληφθεί ουσιαστικά υπόψη για να απαντηθούν ορισµένες αποκλίσεις του αποτελέσµατος από θέση σε θέση.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ 

Οι µεγάλες ή πλανητικές κλιµατικές ταξινοµήσεις έχουν σα σκοπό να δώσουν µια γενική εποπτική εικόνα των κλιµατικών τύπων στον πλανήτη και διακρίνονται στην πράξη σε δύο κατευθύνσεις κλιµατικών ταξινοµήσεων. Οι πρώτες στηρίζονται στην ατµοσφαιρική κυκλοφορία ή στην κατανοµή των αερίων µαζών. Τέτοιες κατατάξεις είναι π.χ. του FlÖhn, του Alissov κ.λ.π. Οι δεύτερες βασίζονται στο συνδυασµό των κλιµατικών παραµέτρων, όπως ο Koeppen, ο Thornthwaite ή ο de Martonne. Το πλήθος των κλιµατικών κατατάξεων είναι µεγάλο. Εδώ θα περιγραφεί µόνο η κατάταξη του KÖppen, η οποία είναι απλή, εύχρηστη, δίδει τα γενικά χαρακτηριστικά του κλίµατος όλου του πλανήτη αρκετά ικανοποιητικά και έχει γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία των κλιµατολόγων.
  Η κλιµατική ταξινόµηση του KÖppen
Η σπουδαιότητα της ανάπτυξης µιας κλιµατικής ταξινόµησης έγινε αντιληπτή από τις αρχές του 20ου αιώνα, αν και η πρώτη ταξινόµηση έγινε από τους αρχαίους έλληνες οι οποίοι είχαν διακρίνει πέντε κλιµατικές ζώνες στη γη. Ο Vladimir KÖppen (1846-1940) παρουσίασε την ταξινόµηση του το 1918 και από τότε παραµένει µια από τις πλέον δηµοφιλείς και γνωστές κατατάξεις στη διεθνή βιβλιογραφία. Μετά την πρώτη 128 παρουσίαση αυτής τόσο ο KÖppen, όσο και συνεργάτες του επιχείρησαν ορισµένες τροποποιήσεις, οι οποίες αφορούσαν κάποιες λεπτοµέρειες αυτής παρά την ουσία της.
Ο KÖppen όρισε πέντε κατηγορίες γενικών κλιµατικών τύπων µελετώντας τις φυτικές διαπλάσεις που υπάρχουν στη Γη. Οι κατηγορίες αυτές είναι:
 (1) Το Ισηµερινό- Τροπικό Βροχερό ∆άσος,
 (2) Η Σαβάνα και η Στέπα,
(3) Η Έρηµος,
 (4) Τα ∆άση των Κωνοφόρων και των Φυλλοβόλων ,
(5) η Τούντρα.
 Η συσχέτιση ανάµεσα στις µεγάλες φυτικές διαπλάσεις του πλανήτη και στο κλίµα αυτού φυσικά δεν µπορεί να είναι απόλυτη και λεπτοµερής και φυσικά παρουσιάζει κάποιες αδυναµίες ,ιδιαίτερα στα όρια που ξεχωρίζουν τους τύπους αυτούς. Κατά τον KÖppen τα κλιµατικά στοιχεία τα οποία καθορίζουν τη γεωγραφική κατανοµή των φυτών στη Γη είναι η Θερµοκρασία και η Βροχόπτωση. Για να δηµιουργήσει την κλιµατική του κατάταξη ο KÖppen καθόρισε κάποια καίρια όρια τα έχουν σχέση µε την ανάπτυξη των φυτών. Έτσι η ανάπτυξη π.χ. των τροπικών φυτών απαιτεί όπως η χαµηλότερη µέση µηνιαία θερµοκρασία υπερβαίνει τους 18° C, ενώ για να υπάρξει δάσος θα πρέπει η µέση θερµοκρασία ενός µήνα να υπερβαίνει τους 10° C. Στη συνέχεια οι βροχοπτώσεις συνδυάζονται µε την αντίστοιχη θερµοκρασία, αφού φυσικά ληφθεί υπόψη η εποχική κατανοµή και τα ετήσια ποσά της Βροχόπτωσης. Στην κατάταξη αυτή χρησιµοποιούνται τρεις οµάδες γραµµάτων - συµβόλων.
Η Πρώτη οµάδα χαρακτηρίζεται από τα κεφαλαία γράµµατα A, B, C, D, E και H, τα οποία προσδιορίζουν τα γενικά θερµοκρασιακά και υγροµετρικά χαρακτηριστικά των κλιµατικών τύπων. Έτσι οι τύποι A, C, D, E και Η χαρακτηρίζουν κλίµατα τα οποία είναι υγρά, δηλαδή η βροχή υπερέχει της εξάτµισης, ενώ ο τύπος Β προσδιορίζει γενικά τα ξηρά κλίµατα (εξάτµιση > βροχόπτωσης), ανεξάρτητα από τις θερµοκρασίες που επικρατούν. Συνοψίζοντας τους έξι αυτούς συµβολισµούς µπορούµε, σε µια πρώτη φάση, να ορίσουµε τα γενικά χαρακτηριστικά αυτών. Το Α εκφράζει τα κλίµατα του τροπικού δάσους και όλες οι εποχές του έτους είναι θερµές.
 Το Β αντιπροσωπεύει τα ξηρά κλίµατα, ανεξάρτητα από θερµοκρασίες.
 Το C εκφράζει τα θερµά εύκρατα βροχερά κλίµατα µε ήπιους χειµώνες.
Το D αναφέρεται στα ψυχρά κλίµατα δάσους µε έντονους χειµώνες. Το Ε χαρακτηρίζει τα πολιά κλίµατα, και τέλος
 Το Η αναφέρεται σε κλίµατα µεγάλων υψοµέτρων, ανεξάρτητα από το γεωγραφικό πλάτος.
 Η δεύτερη οµάδα των συµβόλων που ακολουθεί, περιλαµβάνει τα µικρά ή κεφαλαία γράµµατα f, m, w, s, W, S, F και T. Από αυτά τα γράµµατα f, m, w, s, και W, S προσδιορίζουν θερµοκρασιακά χαρακτηριστικά, ενώ τα F και Τ αναφέρονται σε θερµοκρασίες και συνδέονται µόνο µε τον τύπο Ε. Η Τρίτη οµάδα συµβόλων περιλαµβάνει τα µικρά γράµµατα a, b, c, d, h και k, τα οποία αναφέρονται σε ειδικές θερµοκρασιακές συνθήκες. Αργότερα, νεώτεροι ερευνητές, προκειµένου να περιγράψουν ειδικές κλιµατικές συνθήκες που επικρατούν σε κάποια σηµεία του πλανήτη, όπως π.χ. είναι οι οµίχλες, έχουν εισάγει και µια τέταρτη οµάδα συµβόλων, για να εκφράσουν τις κλιµατικές ιδιαιτερότητες που συναντούν στις µελέτες τους.



 Κλίµατα τύπου Α
Μέση θερµοκρασία του ψυχρότερου µήνα ≥ 18° C
 f    Βροχή του ξηρότερου µήνα τουλάχιστο 60 χιλιοστά m
m    Βροχή ξηρότερου µήνα <60 mm αλλά ≥ 10 –(R/25) w
 w    Βροχή ξηρότερου µήνα < 10-(R/25)


Κλίµατα τύπου Β

B    70% και πλέον της ετήσιας βροχόπτωσης πέφτει τους 6 θερµότερους
 µήνες, αλλά ισχύει η σχέση R < 2T + 28
70% και πλέον της ετήσιας βροχόπτωσης πέφτει τους 6 ψυχρότερους
 µήνες, αλλά ισχύει η σχέση R < 2T
Σε καµία από τις δύο παραπάνω περιόδους το ποσό της βροχής δεν
υπερβαίνει το 70% ετήσιας βροχόπτωσης , ισχύει η σχέση R < 2T + 14
W R < 0.5 των παραπάνω οριακών τιµών των τριών σχέσεων,
∆ηλαδή < Τ+14, ή <Τ + 7 ή <Τ
S Το R ανάµεσα στις δύο οµάδες των ορίων:
2Τ + 28 <R< Τ + 14, 2Τ + 14 <R<Τ + 7 και 2Τ <R<Τ
h Μέση ετήσια θερµοκρασία Τ≥ 18° C
B
w Μέση ετήσια θερµοκρασία Τ< 18° C 

Κλίµατα τύπου C 
Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα ≥ 18° C, αλλά ο ψυχρότερος µήνας µεταξύ 0 και 18° C s Η βροχή του ξηρότερου θερινού µήνα <30mm και του 1/3 του του υγρότερου χειµερινού µήνα w Η βροχή του ξηρότερου χειµερινού µήνα µικρότερη του 1/10 της βροχής του υγρότερου θερινού µήνα f Η βροχόπτωση του ξηρότερου µήνα >30mm a Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα > 22° C b Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα < 22° C αλλά 4 τουλάχιστον µήνες µε µέση θερµοκρασία >10°C C c Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα < 22° C αλλά 1-3 τουλάχιστον µήνες µε µέση θερµοκρασία >10°C 
Κλίµατα τύπου D Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα > 10° C, και του ψυχρότερου Μικρότερη των 0 °C s Η βροχή του ξηρότερου θερινού µήνα <30mm και του 1/3 του του υγρότερου χειµερινού µήνα D w Η βροχή του ξηρότερου χειµερινού µήνα µικρότερη του 1/10 της βροχής του υγρότερου θερινού µήνα 131 f Η βροχόπτωση του ξηρότερου µήνα >30mm a Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα > 22° C b Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα < 22° C αλλά 4 τουλάχιστον µήνες µε µέση θερµοκρασία >10°C c Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα < 22° C αλλά 1-3 τουλάχιστον µήνες µε µέση θερµοκρασία >10°C d Μέση θερµοκρασία ψυχρότερου µήνα <-38° C 
Κλίµατα τύπου Ε Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα ≤ 10° C Τ Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα µεταξύ 10 και 0° C Ε F Μέση θερµοκρασία θερµότερου µικρότερη των 0° C Κλίµατα µεγάλων υψοµέτρων Η Η Μέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα ≤ 10°C, αλλά αυτή σε σχέση µε υψόµετρο (γενικά πάνω από 1500 µέτρα)


 Σηµείωση:  το Τ δηλώνει τη µέση ετήσια θερµοκρασία σε °C Και το R τη µέση ετήσια βροχόπτωση σε εκατοστά του µέτρου


Τεχνική του προσδιορισµού των κλιµατικών τύπων Προκειµένου να προσδιορίσει κανείς τον κλιµατικό τύπο µιας περιοχής πρέπει να ακολουθήσει τα παρακάτω βήµατα:
(1) Να προσδιοριστεί αν το κλίµα είναι ξηρό ή υγρό, δηλαδή αν είναι Β ή ένα από τα A Β C D ή F . Αυτό γίνεται µε την εφαρµογή των σχέσεων: Κ= (2 T + 28), αν το 70% των βροχοπτώσεων εµφανίζεται στο θερµό εξάµηνο (Απρίλιος- Σεπτέµβριος για το Β. Ηµισφαίριο). Κ= (2T + 14), αν δεν υπάρχει διακριτή ξηρή περίοδος. Και Κ= 2T αν οι βροχές πέφτουν κατά τη χειµερινή περίοδο (Οκτώβριο - Μάρτιο). Το T εκφράζει τη µέση ετήσια θερµοκρασία του αέρα σε βαθµούς Κελσίου. Το αποτέλεσµα Κ συγκρίνεται µε τη µέση ετήσια Βροχόπτωση του σταθµού, R σε cm ύψους. Αν RK, είναι ΝΑ από τα υγρά A, B, C, D ή F. Τέλος η περίπτωση R = K είναι πολύ σπάνια και δηλώνει µεταβατικό κλιµατικό τύπο. 132
 (2) Αν λοιπόν οι υπολογισµοί δώσουν τη σχέση R<Κ, τότε το Κλίµα είναι Β δηλαδή ένα ξηρό κλίµα όπου η εξάτµιση υπερέχει της βροχόπτωσης. Ο τύπος Β κατά πρώτον διακρίνεται σε δύο υποδιαιρέσεις την S που χαρακτηρίζει τα στεπικά κλίµατα και την W που αναφέρεται στα ερηµικά κλίµατα. Οπωσδήποτε τα ερηµικά κλίµατα είναι πολύ ξηρότερα από τα στεπικά και η διάκριση τους γίνεται επίσης αν οι παραπάνω τρεις σχέσεις διαιρεθούν µε το 2.
(3. ) Τότε θα προκύψουν αντίστοιχα οι σχέσεις K=T+14, K=T+7 και K=T. Στις περιπτώσεις αυτές για R>K έχουµε ένα κλίµα BS, δηλαδή Στεπικό, ενώ αν RΚ, τότε όπως προαναφέρθηκε, τα κλίµατα είναι υγρά (Α, Β, C, D, E) και εποµένως προέχει η διάκριση κατά πρώτον αυτών των τύπων µεταξύ τους και στη συνέχεια να διακριθούν οι διάφοροι κλιµατικοί τύποι.
 (4) Αν λοιπόν η µέση θερµοκρασία του ψυχρότερου µήνα (ΜΘΨΜ) είναι µεγαλύτερη των 18° C, τότε ο κλιµατικός τύπος είναι Α, δηλαδή τροπικό. Αν η ΜΘΨΜ κυµαίνεται ανάµεσα στους 0 και 18° C, και η µέση θερµοκρασία του θερµότερου µήνα (ΜΘΘΜ) είναι >10° C, τότε ο Τύπος θα είναι C, δηλαδή θερµό εύκρατο βροχερό µε ήπιους χειµώνες. Αν η ΜΘΘΜ>10° C, αλλά η ΜΘΨΜ < 0° C, τότε το κλίµα είναι D, δηλαδή ψυχρό κλίµα µε δριµείς χειµώνες. Τέλος αν η ΜΘΘΜ<10° C το κλίµα χαρακτηρίζεται ως Πολικό.
 (5) Οι κλιµατικοί τύποι που συνθέτουν τα κλίµατα Α είναι οι ακόλουθοι: Πρώτον ο τύπος Af του οποίου το διακριτικό χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν άφθονες βροχοπτώσεις όλους τους µήνες µε βροχές του ξηρότερου µήνα να υπερβαίνουν τα 60 mm και χαρακτηρίζεται σαν κλίµα βροχερού δάσους χωρίς διακριτή ξηρή περίοδο. ∆εύτερος είναι ο τύπος Am, δηλαδή κλίµατα µουσωνικά µε υπερβολική εποχική βροχόπτωση. Στα κλίµατα αυτά η Μέση Βροχόπτωση του Ξηρότερου Μήνα είναι µικρότερη των 6 cm, αλλά µεγαλύτερη της διαφοράς 10 -(R/25) , R = ετήσια βροχόπτωση σε cm. 133 Τρίτος είναι ο τύπος Aw , δηλαδή κλίµατα Σαβάνας µε ∆ιακριτή Ξηρή Περίοδο, όπου ο ξηρότερος βροχερός µήνας έχει βροχή µικρότερη της διαφοράς 10 - (R/25). 
(6) Οι κλιµατικοί τύποι που συνθέτουν τα κλίµατα C είναι οι παρακάτω και προσδιορίζονται µε τις εξής διαδικασίες, που αναφέρονται στις βροχοπτώσεις και στις θερµοκρασίες: .Κλίµατα µε ξηρό θέρος Cs. Στην περίπτωση αυτή η µέση βροχόπτωση του ξηρότερου µήνα (ΜΒΞΜ) δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 30 mm ύψους (rd < 30 mm). Ενώ η µέση βροχόπτωση (rw) του βροχερότερου µήνα (ΜΒΒΜ) να είναι τριπλάσια τουλάχιστον αυτής του ξηρότερου, δηλαδή rw>3rs. Στη συνέχεια αν η ΜΘΘΜ είναι µεγαλύτερη των 22° C, τότε προστίθεται το γράµµα a, το οποίο δηλώνει αυτή ακριβώς τη συνθήκη. Στην περίπτωση αυτή ο τύπος είναι Csa, Μεσογειακά µε θερµό θέρος (συνήθως ενδοχώρας). Αν όµως η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C, αλλά και τουλάχιστον 4 µήνες το χρόνο η µέση θερµοκρασία είναι µεγαλύτερη των 10° C, τότε ο κλιµατικός τύπος είναι Csb, δηλαδή Μεσογειακό µε ξηρό και σχετικά βραχύ θέρος (συνήθως των παραλίων). 
Κλίµατα µε ξηρό χειµώνα Cw. Εδώ η βροχή του ξηρότερου µήνα είναι µικρότερη του 1/10 της βροχής του υγρότερου καλοκαιρινού µήνα. Αν η ΜΘΘΜ > 22° C τότε έχουµε τον τύπο Cwa, δηλαδή υποτροπικό µουσωνικό µε θερµό θέρος. Αν η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C και ισχύουν οι όροι για τα Csb, τότε ο τύπος είναι Swb, δηλαδή τροπικό µε σχετικό υψόµετρο και βραχύ θερµό θέρος. Κλίµατα µε υγρές όλες τις εποχές Cf. Στον τύπο αυτό οι βροχές είναι µεγαλύτερες των 30 mm όλους τους µήνες του έτους. Αν η ΜΘΘΜ είναι µεγαλύτερη των 22° C, τότε ο τύπος είναι Cfa, δηλαδή υποτροπικό µε εκτεταµένο θερµό θέρος. Αν η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C και ισχύουν τα ίδια µε τα Csb, τότε ο τύπος είναι Cfb, δηλαδή θαλάσσιο µε θερµό θέρος. Τέλος αν η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C και µόνο 1-3 µήνες µε θερµοκρασίες µεγαλύτερες των 10° C, τότε έχουµε τον κλιµατικό τύπο Cfc, δηλαδή θαλάσσιο µε βραχύ βροχερό θέρος.
 (7) Οι κλιµατικοί τύποι που συνθέτουν τα κλίµατα τύπου D, δηλαδή τα κλίµατα µε δριµείς χειµώνες είναι οι ακόλουθοι: Πρώτον, είναι οι τύποι Df, που έχουν υγρές όλες τις εποχές του έτους µε βροχή του ξηρότερου µήνα µεγαλύτερη των 30 mm. Αν η ΜΘΘΜ είναι µεγαλύτερη των 22° C 134 τότε έχουµε τον τύπο Dfa ( Ηπειρωτικό µε εκτεταµένο θερµό θέρος).Αν η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C τουλάχιστον 4 µήνες µε θερµοκρασίες µεγαλύτερες των 10° C, έχουµε τον τύπο Dfb, δηλαδή Ηπειρωτικά µε βραχύ θερµό θέρος. Αν η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C, αλλά µόνο 1-3 µήνες έχουν θερµοκρασίες πάνω από 10° C, τότε ο τύπος θα είναι Dfc, δηλαδή υπαρκτικά µε βραχύ δροσερό θέρος. Τέλος αν η θερµοκρασία του ψυχρότερου µήνα είναι µικρότερη των -38° C, έχουµε τον τύπο Dfd, δηλαδή υπαρκτικό µε άκρως ψυχρούς χειµώνες και βραχύ δροσερό θέρος. ∆εύτερο, οι τύποι Dw, δηλαδή κλίµατα µε ξηρό χειµώνα, στους οποίους η βροχή του ξηρότερου µήνα είναι µικρότερο του 1/10 της βροχής του υγρότερου µήνα, αποτελούνται από τους ακόλουθους τύπους: Dwa, δηλαδή υγρό ηπειρωτικό µε µακρύ υγρό θέρος, όπου η ΜΘΘΜ είναι µεγαλύτερη των 22° C. Dwb, υγρό ηπειρωτικό µε βραχύ θερµό θέρος, όπου η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C και τουλάχιστον 4 µήνες µε θερµοκρασίες µεγαλύτερες των 10° C. Dwc, υπαρκτικό µε βραχύ δροσερό θέρος, όπου η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 22° C και 1-3 µήνες µε θερµοκρασίες µεγαλύτερες των 10° C.
Τέλος υπάρχει ο Τύπος Dwd, υπαρκτικό µε άκρως ψυχρούς χειµώνες και βραχύ δροσερό θέρος, όπου η θερµοκρασία του ψυχρότερου µήνα είναι µικρότερη των -38° C. 
(8) Οι κλιµατικοί τύποι των κλιµάτων Ε
Τα κλίµατα αυτά είναι τα πολικά κλίµατα όπου αν η ΜΘΘΜ κυµαίνεται µεταξύ των 0 και 10° C, ο τύπος είναι ο ΕΤ και χαρακτηρίζει τα κλίµατα τούντρας. Αν η ΜΘΘΜ είναι µικρότερη των 0° C, τότε έχουµε τον τύπο EF, δηλαδή κλίµατα αιώνιων πάγων και χιονιών. 
(9) Τέλος υπάρχει και η κατηγορία Η, µε ΜΘΘΜ<10° C, που αναφέρεται σε κλίµατα χαµηλών θερµοκρασιών µεγάλων υψοµέτρων, συνήθως µεγαλύτερο των 1500 µέτρων, και συναντώνται σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη. Από την παραπάνω περιγραφή διαπιστώνεται ότι υπάρχει µια ποικιλία κλιµατικών τύπων οι οποίοι καλύπτουν ολόκληρο τον πλανήτη


O κύκλος του νερού — γνωστός και ως υδρολογικός κύκλος — είναι η συνεχής ανακύκλωση του νερού της Γης μέσα στην υδρόσφαιρα και στην ατμόσ...